Σεβαστοί Πατέρες,
Αξιότιμες κυρίες και αξιότιμοι κύριοι Δημοτικοί Σύμβουλοι,
Κυρίες και Κύριοι,
Με αισθήματα βαθιάς συγκίνησης, ευλάβειας και χαράς βρισκόμαστε και πάλι σήμερα στον ευλογημένο αυτόν τόπο της Παναγίας της Ρούστιανης, για να τιμήσουμε τη μεγάλη Θεομητορική εορτή της Γεννήσεως της Θεοτόκου.
Δεν βρισκόμαστε σήμερα απλώς σε έναν τόπο με μακρά ιστορία. Βρισκόμαστε σε έναν τόπο προσευχής. Σε έναν τόπο που αγιάστηκε από τη Θεία Λειτουργία, από τις ψαλμωδίες, από τις γονυκλισίες και τις προσευχές ανθρώπων, που αφιέρωσαν τη ζωή τους στον Θεό.
Εδώ, για αιώνες, χτύπησε η καρδιά της πίστεως των ανθρώπων της περιοχής μας. Εδώ αντηχούσαν οι φωνές των μοναχών. Εδώ τελούνταν η Θεία Λειτουργία. Εδώ οι άνθρωποι των γύρω χωριών έβρισκαν παρηγοριά, στήριγμα και ελπίδα. Και, όπως διασώζει η παράδοση, ο αντίλαλος της καμπάνας της Μονής ταξίδευε μέσα από τις δασωμένες πλαγιές και τον καθαρό αέρα της περιοχής και έφθανε στα γύρω χωριά: στα Κανάλια, στο Πίτσι, στα Πουγκάκια, στη Λευκάδα, στο Παλαιοχώρι, στο Γαρδίκι και αλλού. Και οι άνθρωποι, ακούγοντάς την, έστρεφαν το βλέμμα και την καρδιά τους προς την Παναγία και Την παρακαλούσαν να γίνει η Μεσίτρια και η Προστάτιδά τους.
Η ιστορία της Μονής μας οδηγεί πίσω στα δύσκολα χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση και τη μαρτυρία του αειμνήστου ιερέα Βασιλείου Αντωνίου, μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, μέσα στην οθωμανική κυριαρχία, μοναχοί από την Κωνσταντινούπολη και τα παράλια της Μικράς Ασίας αναζήτησαν καταφύγιο σε δυσπρόσιτες και άρα ασφαλέστερες, περιοχές της πατρίδας μας. Κυνηγημένοι και ξεριζωμένοι, έφθασαν και εγκαταστάθηκαν στην πανέμορφη παραποτάμια περιοχή της Ρουστιανίτικης γης. Εδώ, σε έναν τόπο που η φύση μοιάζει να τον έχει προορίσει για προσευχή και περισυλλογή, άρχισε να γράφεται η ιστορία της Μονής.
Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να είχαν χάσει πολλά. Δεν έχασαν όμως το πολυτιμότερο αγαθό, που είχαν μέσα στην ψυχή τους: την πίστη τους στο Θεό. Και μαζί με τα λιγοστά υπάρχοντά τους μετέφεραν μαζί τους την ελληνορθόδοξη παράδοση, τη γλώσσα, τις μνήμες και την ελπίδα τους. Έκτισαν ναούς. Δημιούργησαν τόπους προσευχής. Γιατί γνώριζαν πως, όσο ο άνθρωπος κρατά μέσα του ζωντανή την πίστη, τίποτε δεν έχει πραγματικά χαθεί. Μέσα σε αυτή την ιστορική πραγματικότητα τοποθετείται και η ίδρυση της Μονής της Παναγίας της Ρούστιανης.
Η παράδοση μάλιστα συνδέει την ίδρυσή της με την πρώτη ιερή εικόνα της Γεννήσεως της Θεοτόκου, την οποία οι μοναχοί, όπως λέγεται, είχαν φέρει μαζί τους. Αναζητώντας τον κατάλληλο τόπο για την ανέγερση του ναού, η εικόνα εξαφανίστηκε και αργότερα βρέθηκε στο κοίλωμα ενός βράχου, στο σημείο που είναι γνωστό μέχρι σήμερα ως «Τύπωμα της Παναγίας».
Οι μοναχοί θεώρησαν την εύρεσή της ως σημείο της Θείας Πρόνοιας. Παίρνοντας ξανά την εικόνα στα χέρια τους και προχωρώντας μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της περιοχής, αντίκρισαν τον λόφο όπου επρόκειτο να ιδρυθεί η Μονή και, σύμφωνα με την παράδοση, αναφώνησαν: «Ιδού ο τόπος!»
Και πράγματι, ο τόπος αυτός έγινε τόπος λατρείας, προσευχής και προσκυνήματος. Ένας μικρός και ταπεινός ναός χτίστηκε με την προσφορά και τη συμμετοχή των ανθρώπων της περιοχής. Μικρός και ταπεινός, όπως ταπεινή ήταν και η ζωή των ανθρώπων εκείνων. Όμως η πίστη δεν χρειάζεται μεγαλοπρεπή κτίσματα για να ανθίσει. Χρειάζεται καρδιές που αγαπούν τον Θεό. Με το πέρασμα του χρόνου εγκαταστάθηκαν και άλλοι μοναχοί και δημιουργήθηκε ένα κοινοβιακό μοναστήρι, που γνώρισε ημέρες πνευματικής ακτινοβολίας και που έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της περιοχής μας.
Η Μονή της Παναγίας της Ρούστιανης υπήρξε για αιώνες πνευματικό και κοινωνικό στήριγμα της περιοχής. Βοήθησε τους ανθρώπους, κράτησε ζωντανή την πίστη και την παράδοση και, σύμφωνα με την ιστορική μνήμη του τόπου, στάθηκε δίπλα στον αγώνα του Γένους για την ελευθερία. Οι καμπάνες της και οι ψαλμωδίες των μοναχών έφθαναν στα γύρω χωριά και οι άνθρωποι έστρεφαν το βλέμμα και την καρδιά τους προς την Παναγία, ζητώντας τη μεσιτεία και τη βοήθειά της.
Η Μονή υπήρξε κυρίαρχη, με δική της διοίκηση και ιστορική παρουσία. Στήριξε την περιοχή οικονομικά και πνευματικά, προσέφερε καταφύγιο σε κλέφτες και αρματολούς και συνδέθηκε με τους αγώνες του Γένους για την ελευθερία.
Και όμως, αυτή η μακραίωνη πορεία διακόπηκε βίαια στα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Το 1835, εφαρμόζοντας τον νόμο της Αντιβασιλείας του Όθωνα, που προέβλεπε τη διάλυση των μοναστηριών τα οποία δεν διέθεταν τουλάχιστον έξι μοναχούς, η Μονή της Παναγίας της Ρούστιανης οδηγήθηκε στη διάλυση. Είχαν απομείνει τότε μόλις τρεις μοναχοί, οι οποίοι, παρά τις δυσκολίες και τις στερήσεις, προσπαθούσαν να επισκευάσουν το καθολικό και τα κελιά της Μονής.
Η επιθυμία τους ήταν μία: να κρατήσουν τη Μονή ζωντανή.
Για τρία ακόμη χρόνια αγωνίστηκαν και παρέμειναν στο χώρο, ελπίζοντας στην επαναλειτουργία της. Το 1838 όμως τελέστηκε η τελευταία Θεία Λειτουργία και οι τελευταίοι μοναχοί αναχώρησαν προς άγνωστη για εμάς κατεύθυνση.
Σίγησαν οι ψαλμωδίες.... Έπαψε να ακούγεται το σήμαντρο της Μονής…..Τα κελιά έμειναν χωρίς τους ανθρώπους που για χρόνια τα κατοικούσαν…. Και όμως… Η προσευχή δεν έσβησε. ...Η μνήμη δεν χάθηκε.… Η Παναγία δεν εγκατέλειψε ποτέ αυτόν τον τόπο.
Γιατί επί σχεδόν δύο αιώνες, οι κάτοικοι της περιοχής συνέχισαν και συνεχίζουν να ανηφορίζουν προς τη Ρούστιανη. Συνέχισαν να προσκυνούν. Συνέχισαν να τιμούν την Παναγία. Και με την παρουσία τους κράτησαν ζωντανή όχι μόνο την ιστορία ενός παλαιού μοναστηριού, αλλά και τη σχέση των ανθρώπων αυτού του τόπου με την Παναγία.
Και σήμερα, καθώς βρισκόμαστε εδώ για να τιμήσουμε τη Γέννηση της Θεοτόκου, δεν μπορούμε παρά να στρέψουμε με ευγνωμοσύνη τη σκέψη μας σε όλους εκείνους τους μοναχούς που, στο πέρασμα των αιώνων, έζησαν, προσευχήθηκαν και υπηρέτησαν στον ιερό αυτόν τόπο. Σε αυτούς που αφιέρωσαν τη ζωή τους στο Χριστό και στην Παναγία. Σε αυτούς που κράτησαν αναμμένο το καντήλι της πίστεως. Σε αυτούς που, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν τη Μονή. Σήμερα, λοιπόν, δεν βρισκόμαστε εδώ απλώς για να θυμηθούμε το παρελθόν. Βρισκόμαστε εδώ για να το συνεχίσουμε.
Η επιθυμία των τελευταίων μοναχών να παραμείνει η Μονή ζωντανή δεν πραγματοποιήθηκε τότε. Όμως, η επιθυμία αυτή δεν έπαψε να υπάρχει. Παραμένει ζωντανή στις καρδιές πολλών ανθρώπων της περιοχής μας και αποτελεί μια βαθιά προσδοκία: να δούμε κάποτε αυτόν τον ιστορικό και ιερό τόπο να αποκτά ξανά τη μοναστική ζωή που του στέρησε η ιστορία. Η επαναλειτουργία της Ιεράς Μονής της Παναγίας της Ρούστιανης δεν θα ήταν μόνο η αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας. Θα ήταν η δικαίωση της μνήμης των μοναχών που υπηρέτησαν εδώ ανά τους αιώνες. Θα ήταν η συνέχεια μιας πνευματικής παρακαταθήκης που οι άνθρωποι του τόπου μας κράτησαν ζωντανή για σχεδόν δύο αιώνες. Θα ήταν η ελπίδα να ξαναζωντανέψει πνευματικά αυτός ο τόπος. Να ακουστεί και πάλι η καθημερινή προσευχή. Να ανάψει και πάλι το καντήλι της μοναχικής ζωής. Να συνεχιστεί η πνευματική παρακαταθήκη που άφησαν πίσω τους οι μοναχοί των προηγούμενων αιώνων.
Δεν γνωρίζουμε ποια είναι τα σχέδια της Θείας Πρόνοιας. Γνωρίζουμε όμως ότι τίποτε από όσα προσφέρονται στον Θεό με πίστη και αγάπη δεν χάνεται. Ας παραδώσουμε, λοιπόν, αυτή την ελπίδα στα χέρια της Παναγίας. Ας Της εμπιστευθούμε τον ιερό αυτόν τόπο. Ας ευχηθούμε, η Παναγία της Ρούστιανης να φωτίζει όλους όσοι αγαπούν αυτόν τον τόπο και να ευλογεί κάθε προσπάθεια που γίνεται για τη διαφύλαξη και την ανάδειξη της ιστορίας και της πνευματικής του κληρονομιάς.
Και ας κρατήσουμε όλοι μέσα μας την ελπίδα ότι, με τη βοήθεια του Θεού και τη σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου, θα έρθει η ημέρα που ο ιερός αυτός τόπος θα γνωρίσει και πάλι την πνευματική ζωή και την ακτινοβολία που γνώρισε στο παρελθόν.
Είθε η Παναγία, της οποίας σήμερα τιμούμε τη Γέννηση, να χαρίζει σε όλους μας υγεία, δύναμη, ειρήνη και την ευλογία της. Και είθε η μητρική της σκέπη να προστατεύει τις οικογένειές μας, τον τόπο μας και τον ιστορικό αυτόν τόπο της Ρούστιανης.
Χρόνια πολλά και ευλογημένα σε όλους.
Σας ευχαριστώ.